Καρκίνος: Πειραματικό φάρμακο εξάλειψε πλήρως όγκο της ουροδόχου κύστης
Νέο φάρμακο απενεργοποιεί μια πρωτεΐνη η οποία τροφοδοτεί την ανάπτυξη ορισμένων όγκων της ουροδόχου κύστης.
Ένα νέο πειραματικό φάρμακο που στοχεύει έναν βασικό μοριακό μηχανισμό των καρκινικών κυττάρων έδωσε πρώιμα σημάδια αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο της ουροδόχου κύστης, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Medicine.
Το φάρμακο, που ονομάζεται FX-909, δοκιμάστηκε σε μια πρώιμη κλινική δοκιμή σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες είχαν ουροθηλιακό καρκίνωμα, τον πιο συχνό τύπο καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η αγωγή είχε γενικά αποδεκτό προφίλ ασφάλειας και ότι σε ορισμένους ασθενείς οδήγησε σε συρρίκνωση των όγκων, ενώ σε μία περίπτωση οδήγησε σε πλήρη εξαφάνιση του όγκου.
Ο παράγοντας PPARγ
Η θεραπεία στοχεύει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται PPARγ. Πρόκειται για έναν ρυθμιστικό παράγοντα που ελέγχει την ενεργοποίηση πολλών γονιδίων μέσα στα κύτταρα. Στον φυσιολογικό ιστό της ουροδόχου κύστης η πρωτεΐνη αυτή συμμετέχει στη διατήρηση και ανανέωση των κυττάρων. Ωστόσο, σε ένα μεγάλο ποσοστό καρκίνων της ουροδόχου κύστης φαίνεται ότι ενεργοποιείται υπερβολικά, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη και επιβίωση των καρκινικών κυττάρων.
Οι επιστήμονες υποψιάζονται εδώ και χρόνια ότι η παρεμπόδιση αυτού του μοριακού «διακόπτη» θα μπορούσε να αποτελέσει νέα θεραπευτική στρατηγική. Το FX-909 σχεδιάστηκε ειδικά για να απενεργοποιεί τη λειτουργία της πρωτεΐνης. Σε αντίθεση με άλλα φάρμακα που απλώς μπλοκάρουν τη δράση ενός στόχου, το συγκεκριμένο μόριο αναγκάζει την πρωτεΐνη να παραμείνει σε ανενεργή κατάσταση, καταστέλλοντας έτσι την ενεργοποίηση γονιδίων που βοηθούν τα καρκινικά κύτταρα να πολλαπλασιάζονται.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Η μελέτη περιλάμβανε 56 ασθενείς με προχωρημένους όγκους που δεν ανταποκρίνονταν πλέον σε άλλες θεραπείες. Από αυτούς, οι 46 είχαν καρκίνο της ουροδόχου κύστης και οι περισσότεροι είχαν ήδη υποβληθεί σε αρκετά προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα. Πολλοί είχαν μεταστάσεις σε ζωτικά όργανα, γεγονός που καθιστά τη θεραπεία ιδιαίτερα δύσκολη.
Οι συμμετέχοντες έπαιρναν το φάρμακο από το στόμα μία φορά την ημέρα. Οι ερευνητές δοκίμασαν τέσσερα διαφορετικά επίπεδα δόσης, ώστε να διαπιστώσουν ποια είναι ασφαλής και κατάλληλη για επόμενες δοκιμές. Οι δύο χαμηλότερες δόσεις, 30 και 50 χιλιοστόγραμμα ημερησίως, φάνηκαν να είναι οι πιο ανεκτές.
Όπως συμβαίνει συχνά σε δοκιμές πρώτης φάσης, παρατηρήθηκαν παρενέργειες. Οι πιο συχνές ήταν αναιμία, χαμηλά επίπεδα αιμοπεταλίων, κόπωση, διάρροια και αυξημένο σάκχαρο στο αίμα. Παρότι σε αρκετές περιπτώσεις οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές, δεν καταγράφηκαν θάνατοι που να αποδίδονται άμεσα στο φάρμακο.
Πλήρης ίαση σε μία περίπτωση, μείωση των όγκων σε έξι
Παρά το γεγονός ότι η μελέτη είχε ως κύριο στόχο την ασφάλεια και όχι την αποτελεσματικότητα, οι ερευνητές κατέγραψαν και πρώιμα σημάδια αντικαρκινικής δράσης. Μεταξύ των ασθενών με καρκίνο της ουροδόχου κύστης, περίπου το 17,5% παρουσίασε αντικειμενική ανταπόκριση στη θεραπεία. Σε μία περίπτωση ο όγκος εξαφανίστηκε πλήρως, ενώ σε άλλους έξι ασθενείς μειώθηκε σημαντικά. Επιπλέον, αρκετοί ασθενείς παρουσίασαν σταθεροποίηση της νόσου.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης ήταν ότι η ανταπόκριση στη θεραπεία φάνηκε να συνδέεται με το επίπεδο έκφρασης της πρωτεΐνης-στόχου στους όγκους. Οι ασθενείς των οποίων οι όγκοι είχαν υψηλά επίπεδα PPARγ είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να ωφεληθούν. Αυτό υποδηλώνει ότι στο μέλλον μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα εργαστηριακό τεστ για να εντοπίζονται οι ασθενείς που έχουν περισσότερες πιθανότητες να ανταποκριθούν στην αγωγή.
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης αποτελεί σημαντικό παγκόσμιο πρόβλημα υγείας. Κάθε χρόνο καταγράφονται εκατοντάδες χιλιάδες νέα περιστατικά, ενώ μεγάλο ποσοστό ασθενών με προχωρημένη νόσο παρουσιάζει υποτροπή ακόμη και μετά από σύγχρονες θεραπείες όπως η ανοσοθεραπεία.
Επόμενο βήμα θα είναι δοκιμές σε ευρύτερη κλίμακα που θα επικεντρωθούν κυρίως σε ασθενείς στους όγκους των οποίων παρατηρείται υψηλή δραστηριότητα της πρωτεΐνης-στόχου, ώστε να διαπιστωθεί αν η νέα θεραπεία μπορεί πράγματι να βελτιώσει την πορεία της νόσου.